ρωπογράφος

(I)
ο / ῥωπογράφος, ΝΑ
ζωγράφος που ζωγραφίζει συνηθισμένα, κοινά, ευτελή αντικείμενα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῶπος «ψιλικά, ευτελή πράγματα» + -γράφος*].
————————
(II)
ο / ῥωπογράφος, ΝΑ
ζωγράφος που ζωγραφίζει θάμνους, καρπούς, φρύγανα, νεκρά θηράματα κ.ά. αντικείμενα τής αγροτικής ζωής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ῥωπ- τού ῥώψ (Ι), ῥωπός «θάμνος, χαμόδεντρο» + -γράφος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρωπογράφος — ο ζωγράφος μικρών αντικειμένων (νεκρής φύσης), όπως καρπών, κυνηγιού, φαγητών κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥωπογράφους — ῥωπογράφος one that paints petty subjects masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρωπογραφία — Έτσι επικράτησε να λέγεται στα ελληνικά το είδος της ζωγραφικής που στη διεθνή ορολογία έχει το γαλλικό όνομα genre, δηλαδή η ζωγραφική που δεν παίρνει τα θέματά της από τη μυθολογία, την ιστορία ή τη θρησκεία, αλλά από σκηνές της καθημερινής… …   Dictionary of Greek

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

  • Κνάους, Λούντβιχ — (Ludwig Knaus, Βισμπάντεν 1829 – 1910). Γερμανός ζωγράφος. Έλαβε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής στην πατρίδα του και αργότερα στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Σύντομα επιβλήθηκε ως ρωπογράφος αλλά και έξοχος προσωπογράφος. Ανάμεσα στα… …   Dictionary of Greek

  • rhopographer — rhoˈpographer rare 0. [f. Gr. ῥωπογράϕος: see next and graphy.] A painter of still life. in Bailey (fol.) …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.